Menu

Ο τόκος στο Νόμο Κατσέλη και η κρίσιμη απόφαση 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Ο Άρειος Πάγος, συνεδριάζοντας σε Πλήρη Ολομέλεια, καλείται να δώσει στις 27 Φεβρουαρίου 2025 οριστική λύση σε ένα νομικό ζήτημα που επηρεάζει σημαντικό μέρος του Ελληνικού λαού, αλλά – κατά βάση – την ίδια την ασφάλεια δικαίου και δεν είναι άλλο από τον υπολογισμό της έντοκης μηνιαίας δόσης εξυπηρέτησης για την προστασία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, στο πλαίσιο των αποφάσεων του Ν. 3869/2010, κατ’ άρθρο 9 παρ. 2.

Ο ανωτέρω υπολογισμός, ενόψει της κατακόρυφης αύξησης του επιτοκίου βάσης της Ε.Κ.Τ., έχει προκαλέσει, από το έτος 2022 και εντεύθεν, δυσεπίλυτα ζητήματα, που αφορούν, κυρίως, τη δυνατότητα αποπληρωμής των υπαχθέντων στο Ν. 3869/2010 οφειλετών. Έτσι, οι μηνιαίες δόσεις εξυπηρέτησης έχουν αυξηθεί σε επίπεδα, δύσκολα πλέον διαχειρίσιμα από τους οφειλέτες του Ν. 3869/2010, οι οποίοι έχουν κριθεί με τελεσίδικες αποφάσεις ως ευρισκόμενοι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Σε πολλές, μάλιστα, περιπτώσεις υπάρχει σχεδόν διπλασιασμός της μηνιαίας χρεολυτικής δόσης εξυπηρέτησης του κεφαλαίου δικαστικής ρύθμισης, με την προσθήκη τόκων και εισφορών από τις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις που διαχειρίζονται τις εν λόγω οφειλές.

Προσωρινή λύση στο ανωτέρω φλέγον ζήτημα έχουν δώσει  οι πρόσφατες αποφάσεις των ελληνικών Δικαστηρίων που υπολογίζουν τον τόκο επί του ποσού δόσης της ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της ανωτέρω ρύθμισης, γεγονός που συνιστά μία διόλου ευκαταφρόνητη ελάφρυνση για τον αιτούντα δανειολήπτη. Η διαφορά στον εν λόγω τρόπο υπολογισμού του εκτοκισμού της χρεολυτικής δόσης είναι τόσο σημαντική, που αρκεί ένα απλό παράδειγμα για να γίνει διακριτή:

Σε μία ρύθμιση συνολικού ποσού 59.049,00 ευρώ, με διάρκεια ρύθμισης 240 μήνες, με μέσο επιτόκιο εκτοκισμού 5,85%:

Α) με επιτόκιο σταθερό και υπολογιζόμενο επί του συνολικού ρυθμιζόμενου κεφαλαίου, αντιστοιχείμηνιαία χρεολυτική δόση ύψους 246,04 € και μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση ύψους 389,70 €, ήτοι μηνιαία επιβάρυνση τόκου ύψους 143,66 € και συνολική επιβάρυνση τόκων της συνολικής περιόδου ρύθμισης ύψους 34.478,40 € – δίχως, μάλιστα, να υπολογίζεται η περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων εκτοκισμού σε περίπτωση καθορισμού κυμαινόμενου και όχι σταθερού επιτοκίου, καθώς και η προσθήκη στο επιτόκιο της εισφοράς του ν. 128/75 και λοιπών εξόδων, όπως η ασφάλεια ακινήτου, τα οποία παρανόμως προστίθενται από μεριάς τραπεζών στη μηνιαία δόση ρύθμισης, καίτοι μία δικαστική ρύθμιση ουδόλως – πρέπει να – προσιδιάζει με εξωδικαστική αποπληρωμή μηνιαίας δόσης Στεγαστικού Δανείου.

Β) με επιτόκιο κυμαινόμενο και υπολογιζόμενο επί του συνολικού ρυθμιζόμενου κεφαλαίου και με τη μέθοδο του γαλλικού τοκοχρεολυσίου (ήτοι με άγνωστο και διαρκώς μεταβαλλόμενο μηνιαίο ποσό χρεολυσίου και τόκων), αντιστοιχεί μηνιαία χρεολυτική δόση ύψους 246,04 € και μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση ύψους 446,09 €, ήτοι μηνιαία επιβάρυνση τόκου ύψους 200,03 € και συνολική επιβάρυνση τόκων αδύνατο να υπολογισθεί, λόγω κυμαινόμενου επιτοκίου, δεδομένα, ωστόσο, εξαιρετικά δυσβάστακτο για τον οφειλέτη.

Γ) με τον εκτοκισμό της μηνιαίας χρεολυτικής δόσης ύψους 246,04 €, με το επιτόκιο εκτοκισμού αυτής (5,85% σήμερα), υπολογιζόμενου επί τη βάσει της μηνιαίας δόσης και ουχί του κεφαλαίου ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, η μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση θα διαμορφωθεί στο συνολικό ποσό των 260,43 € [246,04 € κεφάλαιο + (246,04 € Χ 0,0585) = 246,04 € + 14,39 € = 260,43 €], αποτελούμενο από ποσό χρεολυσίου ύψους 246,04 €,  και από ποσό τόκων ύψους 14,39 €, ήτοι σε ποσό απόλυτα βιώσιμο και σύννομο με τις κείμενες διατάξεις και το πνεύμα του νομοθετήματος που εφαρμόστηκε στις επίμαχες δικαστικές αποφάσεις και συνολική επιβάρυνση τόκων επί κεφαλαίου ύψους 59.049,00 €, ανερχόμενη σε 3.453,60 €.

Πλειάδα αποφάσεων επί αιτήσεων ερμηνείας του τρόπου υπολογισμού των τόκων παρουσιάζει ιδιαίτερο νομολογιακό ενδιαφέρον, καθώς ασχολείται εκτενώς με το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου της ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 για την προστασία της κύριας κατοικίας του αιτούντος δανειολήπτη, εμπλουτίζοντας τη νομολογία που επιβάλλει τον εκτοκισμό επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 για την προστασία της κύριας κατοικίας του αιτούντος δανειολήπτη, αναφέροντας επί λέξει:

«η καταβολή των παραπάνω δόσεων θα γίνεται  εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του τόκου υπολογιζόμενου επί του ποσού της ανωτέρω ορισθείσας δόσης.».

Για τη νομική τεκμηρίωση, δε, της επιλογής αυτής επισημαίνεται ότι:

«…Σημειώνεται ότι στις υποθέσεις του Ν. 3869/2010 ο υπολογισμός του τόκου γίνεται επί του ποσού της δόσης που ορίστηκε για το άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, πράγμα που και ο ίδιος ο Νομοθέτης επιβεβαίωσε με την τροποποίηση της διάταξης της παρ. 2 του άρθρ. 9 Ν. 3869/2010 με τον Ν. 4549/2018, κατοχυρώνοντας και νομοθετικά τον έως τότε ομοιόμορφο τρόπο εφαρμογής του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010. Πράγματι, ο σκοπός του Ν. 3869/2010 είναι η ρύθμιση των οφειλών, με στόχο τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος οφειλέτη. Συνεπώς, καθώς ο Νομοθέτης ρητώς πλέον ορίζει ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του, η οριζόμενη δόση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 αποτελεί την οροφή και όχι τη βάση υπολογισμού. Στην πραγματικότητα, ο Νομοθέτης ορίζοντας το ανωτέρω αναφερόμενο επιτόκιο ουσιαστικά είχε υπόψη του την μεταβαλλόμενη σε βάθος χρόνου αξία του χρήματος, ήτοι την αξία που θα είχε η ορισθείσα μηνιαία δόση, στο πέρασμα των ετών, κατά τα οποία διαρκεί η υποχρέωση καταβολής του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010...».

Έτσι, η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου καλείται, ουσιαστικά, να κρίνει σε πιλοτική Δίκη, κατόπιν σχετικού προδικαστικού ερωτήματος που υπεβλήθη από το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, τα εξής:

αν το αναφερόμενο στη σχετική απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου διατακτικό χρήζει ή όχι ερμηνείας ως προς τον υπολογισμό του επιτοκίου των μηνιαίων δόσεων για την διάσωση της κύριας κατοικίας της συγκεκριμένης αιτούσας και σε καταφατική περίπτωση, 

Α) αν το επιτόκιο που θεσπίζεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου 3869/2010 πρέπει να υπολογίζεται από την έναρξη της ρύθμισης, επί του συνόλου του οριζόμενου κεφαλαίου ρύθμισης της οφειλής του δανειολήπτη και να υπολογίζονται οι τοκοχρεολυτικές δόσεις απόσβεσης της συνολικής οφειλής, κατά κεφάλαιο και τόκους, ή 

Β) αν το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται επί εκάστης των μηνιαίων δόσεων κατά το μήνα της εξόφλησής της και,στην τελευταία περίπτωση, αν το επιτόκιο αυτό θα υπολογίζεται για όλο το χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως την εξόφληση κάθε δόσης ή μόνο από τον ορισθέντα με τη ρύθμιση μήνα καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφλησή της.

Ενόψει της επικείμενης Δίκης, έχει ήδη υπάρξει μία προσπάθεια εκ μέρους των Εταιρειών Διαχείρισης να υπογραμμίσουν το, υποτιθέμενο, δημοσιονομικό κόστος από μία θετική για τους δανειολήπτες απόφαση, η οποία θα επικυρώνει τη ratio του Νόμου και θα καθορίζει ergaomnes τον υπολογισμό του τόκου επί της μηνιαίας δόσης ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου ρύθμισης αυτού. Το Δημοσιονομικό, δε, κόστος αποτιμάται από τις τελευταίες σε 1 δισεκατομμύριο ευρώ, με τα δάνεια τα οποία θα επηρεαστούν να αποτιμώνται σε 12 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ υπογραμμίζεται και η απειλή κατάπτωσης των Εγγυήσεων του Δημοσίου στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων του Προγράμματος «ΗΡΑΚΛΗΣ».

Επί των ανωτέρω ισχυρισμών, είναι σημαντικό να υπογραμμιστούν τα εξής:

• Τα συγκεκριμένα νούμερα αποτίμησης των επηρεαζόμενων δανείων είναι μη ρεαλιστικά. Το ποσό των 12 δισεκατομμυρίων ευρώ, μετά βεβαιότητας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ήτοι στα συνολικά «κουρεμένα» κεφάλαια ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 για τους επηρεαζόμενους από την επικείμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, δανειολήπτες, αλλά μάλλον πρόκειται για τα κεφάλαια που εμφάνιζαν τα ανωτέρω δάνεια προ της έκδοσης απόφασης του Ν. 3869/2010. Η συγκεκριμένη αποτίμηση είναι, δε, και παράνομη,καθώς τα επιπλέον της ρύθμισης του αρ. 9 του Ν. 3869/2010 δανειακά υπόλοιπα, θεωρούνται κατά πλάσμα δικαίου, διαγεγραμμένα δυνάμει του αρ. 11 παρ. 2 Ν. 3869/2010, που ορίζει ότι, σε περίπτωση ολοκλήρωσης της ρύθμισης του αρ. 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, η απαλλαγή του οφειλέτη επέρχεται αυτοδικαίως.
• Τα επηρεαζόμενα δανειακά προϊόντα που έχουν ενταχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 δε θα μπορούσαν να είναι εξοπλισμένα με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου, καθώς σε ουδεμίαπερίπτωση μπορούν να θεωρηθούν ως υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ή μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας, αφού, δυνάμει του αρ. 3 του Ν. 4649/2019 (ΦΕΚ Α’ 4649/16-12-2019),προκύπτει ότι «….2. α) Η κτήση από τον αποκτώντα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων χρηματοδοτείται με την έκδοση ομολογιών, οι οποίες διακρίνονται σε δύο τουλάχιστον κατηγορίες εξοφλητικής προτεραιότητας, υψηλής και χαμηλής, ενώ είναι δυνατή η έκδοση και ομολογιών μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας. Οι ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας κατατάσσονται με προτεραιότητα έναντι αμφοτέρων των λοιπών κατηγοριών, και οι τυχόν ομολογίες μεσαίας εξοφλητικής προτεραιότητας κατατάσσονται με προτεραιότητα έναντι των ομολογιών χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Η εξόφληση του κεφαλαίου των ομολογιών χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας πραγματοποιείται μόνο μετά την ολοσχερή εξόφληση των ομολογιών υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας.».

Ως «εγγυημένες απαιτήσεις» νοούνται οι απαιτήσεις δανείων, τα οποία (δάνεια) κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος εγγύησης που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, είναι εγγυημένα από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 (Α΄ 143), της παραγράφου 7 του άρθρου 33 του ν. 3697/2008 (Α΄ 194), του άρθρου 23 του ν. 3775/2009 (Α΄ 122), των α.ν. 747/1945 (Α΄ 309) και α.ν. 9/1967 (Α΄ 75) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 400/1976 (Α΄ 203), του άρθρου 8 του ν. 1266/1982 (Α΄ 81), καθώς και του ν. 4549/2018 (Α΄ 105).

• Η δήθεν κατάπτωση εγγυήσεων ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ, σύμφωνα με τα όσα διαδίδονται από τραπεζικούς κύκλους, θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερου ύψους στην περίπτωση που η απόφαση της Ολομέλειας ενσωμάτωνε τον τρόπο υπολογισμού των Εταιρειών Διαχείρισης, γεγονός που θα οδηγούσε, μετά βεβαιότητας, ένα μεγάλο ποσοστό των δανειακών προϊόντων που επηρεάζονται από την εκδοθησόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π. να επανέλθει σε καθεστώς «κόκκινου δανείου», λόγω της προφανούς υπέρβασης της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη κατά τον υπολογισμό της τοκοχρεολυτικής δόσης εξόφλησης.
• Ο «Νόμος Κατσέλη», όλα τα έτη εφαρμογής του από την ψήφισή του το 2010, αποτέλεσε «κόκκινο πανί» τόσο για τις τράπεζες, όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έθετε ως προαπαιτούμενο την τροποποίηση/ κατάργησή του σχεδόν σε όλα τα μνημόνια που υπεγράφησαν από το 2010 και εντεύθεν, ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι η δικαστική ρύθμιση οφειλών εξέφευγε της λογικής και της πρακτικής των εξωδικαστικών τραπεζικών ρυθμίσεων οφειλών.

Στο σύνολο των ανωτέρω, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η αναδρομική ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης από τον χρόνο έναρξης των καταβολών της ρύθμισης του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, γεγονός που, σε περίπτωση αποδοχής και ενσωμάτωσης της τραπεζικής πρακτικής, πέρα από μία υπέρογκη μηνιαία τοκοχρεολυτική δόση, θα οδηγήσει και σε μία απαιτητή συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών λόγω παρελθοντικών τόκων.

Μένει να φανεί αν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θα αφουγκραστεί τη διαμορφωθείσα κοινωνική πραγματικότητα και τη ratio του εφαρμοσθέντοςνομοθετήματος ή θα οδηγήσει σε αδιέξοδο χιλιάδες δανειολήπτες καθιστώντας, εν τοις πράγμασι, μη βιώσιμες τις ήδη τελεσίδικες δικαστικές ρυθμίσεις οφειλών του Ν. 3869/2010.

Πράγματι δυνάμει της με αρ. 6/2026 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι με τον ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους ώστε να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση το εισόδημά τους, ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3869/2010 η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μια, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κέρδος. Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρ. 2 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος). Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Επομένως, η λειτουργία του ν. 3869/2010 προορίζεται να καταστεί παραπληρωματική προς εκείνη του Πτωχευτικού Κώδικα, διαλαμβάνοντας εκείνες τις περιπτώσεις υπερχρέωσης που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου. Υπό το πρίσμα αυτό, οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθάρισης των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομική άποψη στην (οιονεί κοινωνική) “ασφάλιση” των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και, ως εκ τούτου, συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύση διατάξεων ως δημόσιας τάξης ή αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 3 του ΑΚ) συνάγεται εκτός άλλων και από το γενικότερο σκοπό ή συμφέρον το οποίο υπηρετεί. Ειδικότερα, στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3869/2010 ανήκει, μεταξύ άλλων, το άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, που ρυθμίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις εξαίρεσης από την εκποίηση βεβαρημένου ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακινήτου. Σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω αίτησης για εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξυπηρετήσει την οφειλή του μέσω καταβολής έντοκων μηνιαίων δόσεων, υπό την απειλή έκπτωσής του από τη προστασία από την εξαίρεση εκποίησης, σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής (άρθρ. 9 παρ. 3 του ν. 3869/2010). Ειδικότερα, από τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 συνάγεται ότι η εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ’ αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε καθένα υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής – συναλλακτικής κοινωνίας. Εκπορεύεται, όμως, και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ’ άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Επιπλέον, η επιλογή της εκούσιας δικαιοδοσίας ως διαδικασίας με την οποία δικάζονταν οι αιτήσεις του ν. 3869/2010 (άρθρο 4), με το ευρύ ρυθμιστικό της πεδίο και τις πέραν του συζητητικού συστήματος εξουσίες που παρέχει στον δικάζοντα, σαφώς υποδηλώνει την απομάκρυνση, έστω έως ένα βαθμό, από την τραπεζική ορολογία με τη στενή έννοια. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. β’ του ν. 3869/2010 που ορίζει ότι οι μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους με την κοινοποίηση της αίτησης του ν. 3869/2010 στους πιστωτές, γεγονός που δεν συνάδει με τα τραπεζικώς ισχύοντα. Περαιτέρω, η ίδια διάταξη (άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010) ορίζει ότι η συγκεκριμένη οφειλή επιβαρύνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ισχύει, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος (όπως η τελευταία αυτή περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 85 παρ. 8 του ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α’170/5.8.2011)] και πάντως χωρίς ανατοκισμό.

Κατά την τελολογική ερμηνεία του άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο εναρμονίζεται με τον παραπάνω πρωταρχικό σκοπό του ν. 3869/2010, δηλ. την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία οδήγησε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων και η απαλλαγή των χρεών των υπερχρεωμένων δανειοληπτών, προς εξυπηρέτηση του ευρύτερου, δημόσιου συμφέροντος, σκοπού της επανάκτησης από τους τελευταίους της αγοραστικής τους δύναμης και της επανένταξής τους στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Η αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή ο υπολογισμός του επιτοκίου επί του συνολικού κεφαλαίου οφειλής, που ορίστηκε στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, εν είδει νέου προϊόντος δανείου με πιστούχο τον οφειλέτη, ενδεχομένως αναμενόμενος με βάση την τραπεζική πρακτική, δεδομένου ότι επιτρέπει μέσω αυτού του υπολογισμού την αποκόμιση κέρδους για τον πιστωτή, θα οδηγούσε εν προκειμένω στον εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Διαφορετική δηλαδή αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010. Ο νομοθέτης επιχείρησε να διατυπώσει μία συγκεκριμένη ρύθμιση, η οποία να εκφράζει την ενδεδειγμένη εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των υπερχρεωμένων οφειλετών και των πιστωτών τους και να είναι συμβατή τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος για τη προστασία της ιδιοκτησίας όσο και με εκείνη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για τη προστασία των ενοχικών απαιτήσεων των πιστωτών, κατά τρόπο ώστε να μην παραγκωνίζονται και αλλοιώνονται σε αδικαιολόγητο βαθμό οι απαιτήσεις των πιστωτών και να επιτυγχάνεται εξισορρόπηση των δικαιωμάτων τους με εκείνα των οφειλετών τους. Η ερμηνεία βάσει της οποίας ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής ουδόλως αντιστρατεύεται τη προστασία του δικαιώματος των πιστωτών (τραπεζικών εταιριών) στη περιουσία τους, στην ειδικότερη έκφανσή του για λήψη του νόμιμου τόκου χρηματικών απαιτήσεών τους που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση. Διότι δεν καταργεί την νόμιμη αξίωση καταβολής τόκου, καθιστώντας τις ενταγμένες στον ν. 3869/2010 οφειλές άτοκες, ούτε καν μεταβάλλει το ποσοστό του επιτοκίου, αλλά, αντιθέτως, προσδιορίζει την ορθή βάση του υπολογισμού της οφειλής του τόκου.

Μιχάλης Ι. Κούβαρης (https://www.michaliskouvaris.gr) Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, ειδικός σε θέματα τραπεζικού Δικαίου και πτώχευσης, Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής στο Υ.Δ.Δ.Α.Δ.

Σχετικά άρθρα

Νέα Μέτρα εξαγγελθέντα την 01η -10-2026 για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης

ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ προς τη ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ και τα ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ➡️ Ο μέγιστος αριθμός δόσεων αυξάνεται σε 120 δόσεις (έναντι 72 προηγουμένως), με ελάχιστο ποσό καταβολής τα 30 ευρώ. ➡️ Μπορούν να συμπεριληφθούν οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31η/12/2024 (έναντι έως 31/12/2023 προηγουμένως) […] Διαβάστε >>

Learn More

Δηλώσεις του Μιχαήλ Κούβαρη στο Ραδιόφωνο της ΕΡΤ, στις 04-05-2026

Δηλώσεις του Μιχαήλ Κούβαρη στο Ραδιόφωνο της ΕΡΤ, στις 04-05-2026 για τα κόκκινα δάνεια, τη δυνατότητα υπαναχώρησης εντός 14 ημερών και τη θεσμοθέτηση πλαφόν αποπληρωμής καταναλωτικών δανείων -πηγή Αρχείου ΕΡΤ-.

Learn More

Νέος Πτωχευτικός (“Δεύτερη Ευκαιρία” και «Κώδικας Φερεγγυότητας»)

Με την κατάθεση του υπό εξέταση Νομοσχεδίου “Δεύτερη ευκαιρία” (Κώδικας φερεγγυότητας) που θα αφορά την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας “second chance” θα οδηγηθούμε στην κατάργηση των Νόμων 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη-Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά), 4605/2019 (πλατφόρμα προστασίας κύριας κατοικίας) και 4469/2017 (εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης). Το νομοσχέδιο, το οποίο μέχρι και σήμερα […] Διαβάστε >>

Learn More
Δικηγορικό γραφείο Αθήνα Μιχάλης Κούβαρης και Συνεργάτες
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.