fbpx
Σκουφά 41, Κολωνάκι, 1ος όροφος, ΤΚ 10673
 21 0724 7754, 69 4698 0382 21 1770 6607
Menu

Πτώχευση μικρού αντικειμένου (ν. 4738/2020)

υπερχρεωμένα νοικοκυριά δικηγόροι Αθηνών

Ο νέος πτωχευτικός νόμος – δεύτερη ευκαιρία (Ν. 4738/2020) διακρίνει την πτώχευση σε δύο κατηγορίες, την πτώχευση μεγάλου αντικειμένου και την πτώχευση μικρού αντικειμένου.

Η πτώχευση μικρού αντικειμένου (ΠΜΑ) συντελείται μέσω μίας περισσότερο απλοποιημένης διαδικασίας  που ρυθμίζεται στα άρθρα 172-188 ΠτΚ, με απώτερο σκοπό να κινείται και να περαιώνεται ταχύτερα η κήρυξη της πτώχευσης. Στη διαδικασία αυτή υπάγονται κατά το άρθρο 78 παρ. 2 Ν. 4738/2020 οι οφειλέτες που πληρούν ένα από τα κριτήρια προσδιορισμού της «πολύ μικρής οντότητας» του άρθρου 2 Ν. 4308/2014, τα οποία πάντως δύνανται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (άρθρα 172 παρ. 1, 204 παρ. 2 και 78 παρ. 2 ΠτΚ).

«Πολύ μικρή οντότητα» είναι, με τις ισχύουσες διατάξεις, κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, επιχείρηση ή οργανισμός κερδοσκοπικού ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που ανήκει στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, το οποίο, κατά τη σύνταξη του ισολογισμού του, δεν υπερβαίνει τα όρια δύο τουλάχιστον, από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:

  1. Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων), 350.000 ευρώ.
  2. Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών, 700.000 ευρώ
  3. Μέσο όρο απασχολουμένων, κατά τη διάρκεια της περιόδου, 10 άτομα. Εξαιρετικά, η «ετερόρρυθμη εταιρεία, η ομόρρυθμη εταιρεία, η ατομική επιχείρηση και κάθε άλλη οντότητα, που υποχρεούται να εφαρμόζει το νόμο 4308/2014 από φορολογική ή και άλλη νομοθετική διάταξη, εντάσσονται στην κατηγορία των πολύ μικρών οντοτήτων με μόνη προϋπόθεση ότι ο κύκλος εργασιών τους δεν υπερβαίνει το ποσό του 1.500.000 ευρώ, χωρίς χρήση δεύτερου κριτηρίου (άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4308/2014).

Όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα που δεν ασκούν επιχείρηση και δεν συντάσσουν ισολογισμούς, το κριτήριο ένταξής τους στην κατηγορία της πτώχευσης μικρού αντικειμένου καθορίζεται από την αξία του συνόλου της περιουσίας τους, που δεν πρέπει να υπερβαίνει το ύψους των 350.000 ευρώ (άρθρο 78 παρ. 2, εδ. β΄ ΠτΚ). Για τον υπολογισμό της αξίας των ακινήτων του φυσικού προσώπου που βρίσκονται στην Ελλάδα λαμβάνεται υπόψη η φορολογητέα αξία του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού του φόρου. Για γήπεδα, εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία ΕΝ.Φ.Ι.Α., ως αξία των ακινήτων λογίζεται η αντικειμενική τους αξία (άρθρο 41Α Ν. 1249/1982 και ισχύουσες κατ’ εξουσιοδότηση κανονιστικές πράξεις). Για την αξία, δε, των ακινήτων που βρίσκονται στην αλλοδαπή, ως αξία, λογίζεται η εμπορική τους αξία, όπως αυτή προκύπτει από έκθεση εκτιμητή ακινήτων ή η αντικειμενική τους αξία, αν υπάρχει (άρθρο 78 παρ. 2, εδ. γ’ ΠτΚ και άρθρο 11 ΠτΚ).

Στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου της παρ. 2 του άρθρου 78 εφαρμόζεται η απλοποιημένη διαδικασία του παρόντος. 

Αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης είναι το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κύρια κατοικία του, εφόσον δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 21 και 47 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167), ή το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 78. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, κύρια κατοικία είναι η αναφερόμενη ως κατοικία του οφειλέτη στην τελευταία προ της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης φορολογική δήλωσή του. Οι πιστωτές που υποβάλλουν αίτηση πτώχευσης μπορούν να υποβάλλουν αίτηση προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων για λήψη της σχετικής πληροφορίας, η οποία και υποχρεούται να τους την γνωστοποιήσει.

Άρθρο 173. Αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου και ορισμός εισηγητή και διορισμός συνδίκου. 

1Η αίτηση πτώχευσης μικρού αντικειμένου υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, στο οποίο και δημοσιοποιείται για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών. Εφόσον, η αίτηση υποβάλλεται από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 79, κοινοποιείται στον οφειλέτη εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσιοποίησή της κατά το πρώτο εδάφιο, άλλως δεν επέρχονται οι συνέπειες από την υποβολή της. Σε περίπτωση που εντός του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου δεν υποβληθεί παρέμβαση κατά της αίτησης ή υποβληθεί παρέμβαση που αφορά μόνο στον διορισμό συνδίκου, η αίτηση γίνεται δεκτή με μόνη τη διαπίστωση παρέλευσης του χρονικού διαστήματος από το πτωχευτικό δικαστήριο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ο εισηγητής. Ο εισηγητής διορίζει τον σύνδικο, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην αίτηση, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχώρησης του άρθρου 178.

2. Για τις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου, για τις οποίες υποβάλλει αίτηση ο οφειλέτης, επισυνάπτει σε πρωτότυπο, με ποινή απαραδέκτου αυτής, γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης, εκτός εάν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 178. Το ποσό αναλαμβάνεται από τον σύνδικο με άδεια του εισηγητή. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ή παραίτησης από το δικόγραφο, το ποσό επιστρέφει στον οφειλέτη.

Άρθρο 174. Περιεχόμενο της αίτησης πτώχευσης.

1. Με την αίτησή του ο οφειλέτης υποχρεούται να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση για την οποία είναι διαθέσιμες.

2. Σε περίπτωση αίτησης φυσικού ή νομικού προσώπου που δεν δημοσιεύει χρηματοοικονομικές καταστάσεις, με την αίτηση κατατίθεται επί ποινή απαραδέκτου η τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματος, η δήλωση στοιχείων ακινήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η κατάσταση οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αίτηση συνοδεύεται από κατάσταση του συνόλου των πιστωτών του και βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που υποστηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία.

3. Ο οφειλέτης υπέχει ως προς τα παραπάνω δηλούμενα στοιχεία ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 952 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

4. Τα έγγραφα υποβάλλονται σε ηλεκτρονικό αντίγραφο. Η αίτηση περιλαμβάνει συναίνεση πρόσβασης στα στοιχεία και στα συνοδευτικά έγγραφα που βρίσκονται σε βάσεις δεδομένων του δημόσιου τομέα ή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 176. Παύση πληρωμών. 

1. Τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης του παρόντος άρθρου βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλλει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 60% των συνολικών ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.

2. Η επιλεκτική εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων δεν αίρει την παύση πληρωμών, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκπλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής.

Άρθρο 177. Άσκηση παρέμβασης. 

1. Οι πιστωτές μπορούν να ασκήσουν παρέμβαση είτε κύρια, αν ζητούν απόρριψη της αίτησης, είτε πρόσθετη, αν, παρότι είναι σύμφωνοι με την αίτηση, αιτούνται τον διορισμό συνδίκου. Εφόσον πιστωτής παρέμβει με υπόδειξη του συνδίκου, σύνδικος διορίζεται ο υποδεικνυόμενος από τον πιστωτή ή, σε περίπτωση περισσότερων της μιας παρεμβάσεων του ιδίου περιεχομένου, ο υποδεικνυόμενος από τον πιστωτή που έχει την υψηλότερη απαίτηση, σύμφωνα με τα στοιχεία στα οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας.

Οι παρεμβάσεις υποβάλλονται ηλεκτρονικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας. Εφόσον, υποβληθούν εμπρόθεσμα κύριες παρεμβάσεις, αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων κατατίθενται σε έντυπη μορφή ή ηλεκτρονικά στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, με μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 173, αντίγραφο της αίτησης πτώχευσης επιδίδεται, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών, με φροντίδα του διαδίκου που επισπεύδει τη διαδικασία, στα λοιπά διάδικα μέρη.

3. Εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης, τα διάδικα μέρη οφείλουν να καταθέσουν ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου τις προτάσεις τους και το σύνολο των αποδεικτικών εγγράφων.

4. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3, παρέχεται πρόσθετη προθεσμία πέντε (5) εργάσιμων ημερών σε όλα τα διάδικα μέρη, για την κατάθεση τυχόν προσθήκης αντίκρουσης. Η προσαγωγή ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 421 επ. του ΚΠολΔ.

5. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 4 ,η διαδικασία ολοκληρώνεται και εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση. Εφόσον το δικαστήριο κηρύξει την πτώχευση, ορίζει εισηγητή και σύνδικο και προσδιορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών.

Άρθρο 178. Ανεπάρκεια μη βεβαρυμμένων στοιχείων της περιουσίας του οφειλέτη.

1. Εφόσον, σύμφωνα με τα στοιχεία στα οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας, πιθανολογείται ότι τα μη βεβαρυμμένα στοιχεία της περιουσίας του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη, πέραν των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, δεν υπερβαίνουν τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της παρ. 5 του άρθρου 92, δεν διορίζεται σύνδικος και ο εισηγητής διατάσσει την καταχώρηση του ονόματος ή της επωνυμίας του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 και επέρχονται οι συνέπειες της καταχώρησης της παρ. 4 του άρθρου 77. Την ανεπάρκεια της παρούσας μπορεί να αναδείξει με παρέμβασή του και πιστωτής. Για τη διαπίστωσή της από τον εισηγητή δεν απαιτείται σχετική παρέμβαση.

2. Η καταχώρηση της παρ. 1 δεν επηρεάζει την εξέλιξη της διαδικασίας εκτέλεσης σε βάρος των βεβαρυμμένων στοιχείων από τους ενέγγυους πιστωτές, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις. Κάθε διαδικαστική ενέργεια ενέγγυου πιστωτή σε εκτέλεση δικαιώματος ενέχυρου, υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης κατά περιουσιακού στοιχείου του καταχωρηθέντα οφειλέτη δημοσιοποιείται με ευθύνη του ενέγγυου πιστωτή στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.

Άρθρο 179. Σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. 

Με την επιφύλαξη του άρθρου 178, σε κάθε άλλη περίπτωση πτώχευσης μικρού αντικειμένου, εφόσον γίνει αποδεκτή αίτηση πτώχευσης, ο εισηγητής διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προσδιορίζει την ημέρα παύσης πληρωμών.

Άρθρο 180. Παραίτηση και διορισμός συνδίκου. 

Εάν στη συνέχεια της διαδικασίας παραιτηθεί σύνδικος που έχει υποδειχθεί από πιστωτή, δικαίωμα υπόδειξης συνδίκου έχει ο ίδιος πιστωτής, εφόσον κοινοποιήσει στον εισηγητή τα στοιχεία του υποδεικνυομένου και την έγγραφη αποδοχή από τον τελευταίο του διορισμού του, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσιοποίηση της παραίτησης. Τον διορισμό του υποδεικνυόμενου συνδίκου αποφασίζει ο εισηγητής με πράξη του, χωρίς άλλη διαδικασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο εισηγητής έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα αντικατάστασης του συνδίκου, εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 139.

Άρθρο 181. Αναγγελίες και επαληθεύσεις των πιστώσεων. 

Οι αναγγελίες και επαληθεύσεις των πιστώσεων γίνονται σύμφωνα με το Τέταρτο Μέρος του Δεύτερου Βιβλίου. Ο εισηγητής, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών του άρθρου 156. Κατά της πράξης αυτής του εισηγητή επιτρέπεται, εντός δέκα (10) ημερών, προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.

Άρθρο 182. Παρακράτηση πιστώματος. 

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή επί της πράξης του εισηγητή με την οποία κάνει δεκτό το πίστωμα, σε κάθε διανομή ενεργητικού παρακρατείται ποσό ανάλογο του πιστώματος, μέχρι να αποφανθεί το πτωχευτικό δικαστήριο.

Άρθρο 183. Εκποίηση πραγμάτων που υπόκεινται σε φθορά. 

Η εκποίηση πραγμάτων του άρθρου 140 πραγματοποιείται από τον σύνδικο χωρίς την άδεια του εισηγητή.

Άρθρο 184. Ειδικός λογαριασμός. 

Ο σύνδικος διαχειρίζεται τον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 144, αποκλειστικά για τις δαπάνες των εργασιών της πτώχευσης και για τη διανομή στους πιστωτές, χωρίς να απαιτείται άδεια του εισηγητή.

Άρθρο 185. Ειδικές προβλέψεις. 

Τα άρθρα 146, 148, 150, 151 και η παρ. 1 του άρθρου 133 δεν εφαρμόζονται στις διαδικασίες του παρόντος. Σε περίπτωση που απαιτείται η εκπροσώπηση και παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, ο σύνδικος μπορεί να αναθέτει τη σχετική εντολή σε δικηγόρο, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ο οποίος καθορίζει και την αμοιβή του, κατ’ εύλογη κρίση, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο.

Άρθρο 186. Εκποίηση περιουσιακών στοιχείων. 

Η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα για την εκποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων του οφειλέτη του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος.

Άρθρο 187. Έφεση. 

Οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται μόνο σε έφεση.

Άρθρο 188. Μη περάτωση της πτώχευσης με την απλοποιημένη διαδικασία. 

Αν μετά την παρέλευση ενός έτους από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας η πτώχευση δεν έχει περατωθεί, ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στον εισηγητή έκθεση, στην οποία εξηγεί τους λόγους καθυστέρησης της διαδικασίας. Σε περίπτωση που η καθυστέρηση κρίνεται από τον εισηγητή αδικαιολόγητη, ο εισηγητής τον αντικαθιστά με πράξη του.

dikigoriko grafeio