Menu

Η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς

δικηγόρος Μιχάλης Ι. Κούβαρης

Το τελευταίο χρονικό διάστημα ανακύπτει συχνά το πρόβλημα φυσικών προσώπων που “ξέχασαν” ή αμέλησαν να αποποιηθούν εμπροθέσμως υπερχρεωμένες κληρονομιές συγγενικών τους προσώπων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες αυτής της πλασματικής αποδοχής αρκετά έτη μετά.

Εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμοστέα τα άρθρα 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1856 και 1857 ΑΚ.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 1857 ΑΚ, ως ισχύει σήμερα, έχει επί λέξει ως εξής: «Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη.
Η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται
σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Η αγωγή για την ακύρωσή τους παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο. Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση».

Επειδή, ωστόσο, η βούληση του κληρονόμου δεν ήταν η αποδοχή της κληρονομιαίας περιουσίας, ο Αστικός Κώδικας παρέχει τη δυνατότητα στον κληρονομούμενο ο οποίος από πλάνη, απάτη ή απειλή έχει παραλείψει να προβεί σε δήλωση αποποίησης, να ασκήσει αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας.
Ως πλάνη, εν προκειμένω, λογίζεται και η πλάνη περί το δίκαιο, υπάρχει, δε, πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας α) όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια για το σύστημα της κτήσεως της κληρονομίας κατά τον ΑΚ, που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομούμενου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας ή β) όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια περί την ύπαρξη της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασία της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης.

Σκοπός του κληρονόμου που ασκεί την αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κατ’ ΑΚ 1857 § 4 δεν είναι απλώς να ακυρώσει την αποδοχή της κληρονομίας που επέρχεται εκ του νόμου (ΑΚ 1850 εδ. β΄). Σκοπός του είναι να αποποιηθεί την κληρονομία,
την οποία ο νόμος θεωρεί κατά πλάσμα δικαίου ότι αποδέχτηκε. Ο ίδιος σκοπός επιδιώκεται και από τον νομοθέτη με την κατ’ ΑΚ 1857 § 4 και την θεσμοθέτηση της αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής. Η ακύρωση της κατ’ ΑΚ 1850 εδ. β΄ αποδοχής είναι το μέσο, για να επιτευχθεί ο περαιτέρω σκοπός της αποποίησης. Μόνη η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής δεν έχει κανένα νόημα, αν παρά την ακύρωση και μετά από αυτήν ο κληρονόμος έχει ήδη χάσει την προθεσμία και δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία. Για την πληρότητα του συστήματος ο νομοθέτης εν προκειμένω θα έπρεπε να θέσει μια διάταξη κατά την οποία μετά την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας δεν είναι αναγκαία η αποποίηση αλλά αυτή θεωρείται ότι έχει επέλθει (βλ. π.π. υπό 1). Το πρόβλημα όμως στο ισχύον σύστημα από την έλλειψη της διάταξης αυτής είναι υπαρκτό και σοβαρό. Το σύστημα φέρεται κατ’ αποτέλεσμα αντιφατικό, αφού επιτρέπει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας δεν παρέχει όμως τα αναγκαία μέσα για την αποποίηση μετά την ακύρωση. Συγκεκριμένα, αφ’ ενός ο νόμος με την δυνατότητα ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής (ΑΚ 1857 § 4) επιτρέπει την ανατροπή της πλασματικής αποδοχής της ΑΚ 1850 εδ. β΄αφ’ ετέρου δεν προβλέπει το τελευταίο μέσο για την οριστική ανατροπή της αποδοχής και της κτήσης της κληρονομίας· δεν προβλέπει την δυνατότητα αποποίησης της κληρονομίας. Ως εκ τούτου η λύση είναι αναγκαίο να βρεθεί de lege lata

Για την επίλυση του προβλήματος απαιτείται ερμηνευτική διάπλαση της ελλείπουσας διάταξης. Η διάπλαση αυτή είναι τελολογικώς αναγκαία. Διότι χωρίς αυτήν ματαιώνεται το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής, το οποίο τελικά δεν οδηγεί στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, την αποποίηση της κληρονομίας. Ο αξιολογικά αλλά και νομοθετικά επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επέλθει λόγω ελλιπούς νομοθετικής ρύθμισης. Η νομοθετική έλλειψη διακόπτει την τελολογική αλληλουχία μέσων και σκοπών που οδηγούν στην πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού. Εδώ επιδιωκόμενος σκοπός είναι η αποποίηση της κληρονομίας. Το ελλιπές μέσο είναι η ανυπαρξία της δυνατότητας αποποίησης μετά την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής, λόγω προηγούμενης συμπλήρωσης της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιέχεται στην αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής;

Η αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής περιέχει με βεβαιότητα βούληση του ενάγοντος κληρονόμου περί αποποίησης. Διότι αυτός ασκεί την αγωγή για να ανατρέψει την (πλασματική αποδοχή). Ανατροπή της αποδοχής όμως συνιστά η αποποίηση. Επομένως από την αγωγή της ακύρωσης της ΑΚ 1857 § 4 σε συνδυασμό με την εξωτερική συμπεριφορά του ενάγοντος κληρονόμου, ο οποίος ήδη έχει εκφραστεί ατελώς περί της αποποίησης συνάγεται κατά κανόνα με σαφήνεια η βούληση περί της αποποίησης, η οποία μπορεί να αποδοθεί στην δήλωση που περιέχεται στην αγωγή. Λείπουν τα στοιχεία της εμπρόθεσμης δήλωσης η οποία πρέπει να δηλωθεί κατ’ ΑΚ 1848 § 1 εδ. α΄ στο δικαστήριο της κληρονομιάς.

Γίνεται δεκτό ότι είναι έγκυρη κατά τον τύπο της ΑΚ 1848 § 1 εδ. α΄ και η αποποίηση που γίνεται σε αναρμόδιο δικαστήριο. Διότι το αναρμόδιο δικαστήριο οφείλει να παραπέμψει την δήλωση στο αρμόδιο. Έτσι φαίνεται ότι θα μπορούσε να ξεπεραστεί σε κάθε περίπτωση και το πρόβλημα του τύπου της αποποίησης. Η αγωγή της ακύρωσης απευθύνεται είτε κατά του δανειστή της κληρονομίας είτε κατά όποιου άλλου έχει έννομο συμφέρον και ασκείται στο δικαστήριο του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του κληρονομουμένου (άρθρ. 30 ΚΠολΔ). Συνεπώς η δήλωση αποποίησης που περιέχεται στην αγωγή ακύρωσης ασκείται στο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο. Έτσι πληρούται η προϋπόθεση της ΑΚ 1848 § 1 εδ. α΄ σε συνδυασμό με εκείνη της ΚΠολΔ 810 για την δήλωση αποποίησης στο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο.

Ως προς την καθ’ ύλη αρμοδιότητα η αγωγή ακύρωσης της ΑΚ 1857 § 4, επειδή δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, υπάγεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Η δήλωση όμως στο δικαστήριο αντί για τον γραμματέα του δικαστηρίου που απαιτεί η ΑΚ 1848 § 1 εδ. α΄ και σε δικαστήριο ανώτερο του ειρηνοδικείου πρέπει ως μείζον να γίνει δεκτό ότι πληροί τις ελάσσονες προϋποθέσεις του νόμου. Εξάλλου κατά την ανάλυση του τύπου της δικαιοπραξίας έγινε δεκτή ως έγκυρη η αποποίηση που υποβάλλεται με δήλωση σε αναρμόδιο δικαστήριο, στο μέτρο που αυτό παραπέμπει την δήλωση στο αρμόδιο. Ως αναρμοδιότητα πρέπει να νοηθεί τόσο η κατά τόπο όσο και η καθ’ ύλη αναρμοδιότητα. Με την υπηρεσιακή παραπομπή στο κατά τόπο και καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο υπηρετείται ο σκοπός της συγκέντρωσης και της ασφάλειας για την ενημέρωση των τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον. Με τις θέσεις αυτές ξεπερνιέται και το τυπικό ζήτημα του τύπου της αποποίησης.

Η υπέρβαση και του τελευταίου προσκόμματος, της εμπρόθεσμης άσκησης της δήλωσης αποποίησης επιτυγχάνεται ως εξής: Η ευώδοση μιας αγωγής ακύρωσης ενεργεί αναδρομικά, στον χρόνο που συντελείται η δήλωση. Στην πλασματική αποδοχή η πλασματική δήλωση συντελείται εκ του νόμου κατά την εκπνοή της προθεσμίας αποποίησης. Ως εκ τούτου και η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής ανατρέχει στον χρόνο αυτό, στην εκπνοή της προθεσμίας αποποίησης. Κατά τον χρόνο αυτό της (αναδρομικής) ακύρωσης πρέπει να γίνει δεκτό ότι επενεργεί και η δήλωση αποποίησης που περιέχεται στην αγωγή και ασκείται κατά τον τύπο της ΑΚ 1848 § 1 εδ. α΄. Την τελευταία δηλαδή νοητή στιγμή κατά την οποία επενεργεί η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής επέρχεται ταυτόχρονα εμπρόθεσμη αποποίηση.

Από όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω συνάγεται ότι με θεμέλιο την βούληση εκείνου που ασκεί την αγωγή ακύρωσης της ΑΚ 1857 § 4 και την τελολογική αναγκαιότητα κάλυψης του νομοθετικού κενού, επειδή η αγωγή περιέχει δήλωση αποποίησης κατά το νόμιμο συστατικό τύπο και η απόφαση της ακύρωσης ενεργεί αναδρομικά, μπορεί να γίνει δεκτό ότι με την απόφαση περί ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής επέρχεται ταυτόχρονα και εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας. Ο τρόπος και η ενέργεια της ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής μας παρέχουν όλα τα στοιχεία ώστε να θεωρηθεί η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής ως αποποίηση της κληρονομίας. Με την ερμηνευτική αυτή θέση επέρχεται πλασματική υπέρβαση της έλλειψης του στοιχείου της εμπρόθεσμης δήλωσης αποποίησης. Κατ’ αποτέλεσμα η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής θεωρείται ότι συνιστά ταυτόχρονα και αποποίηση της κληρονομίας. Πρόκειται δηλαδή για τελολογική διάπλαση μιας ενδιάμεσης έννομης συνέπειας που είναι αναγκαία για την επέλευση της κατά νόμο αναγκαίας τελικής έννομης συνέπειας. Η λύση αυτή δεν θα μπορούσε να απέλθει με οποιαδήποτε άλλη ερμηνευτική προσέγγιση.

(πηγή : Σταμάτης Ι. Κουμάνης επίκ. καθηγητή Νομικής Α.Π.Θ. – Δικηγόρου Πληροφορία από www.sakkoulas-online.gr – © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ ΑΕ)