Menu

Απόφαση 8031/2022 Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Η παρούσα με αριθμό 8031/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Δευτεροβάθμιο, με τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, απορρίπτει την έφεση τράπεζας, σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας και επικυρώνει την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή πρωτοδίκως, την αίτηση εντολέως μας

Η παρούσα με αριθμό 8031/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δείτε το πλήρες κείμενο ΕΔΩ), δικάζοντος ως Δευτεροβάθμιο, με τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, απορρίπτει την έφεση τράπεζας, σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας και επικυρώνει την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή πρωτοδίκως, την αίτηση εντολέως μας.

Η απόφαση :

αναφέρει περί της προβολής του δόλου ως λόγου έφεσης, ότι “Επισημαίνεται δε, ότι για την έρευνα από το Δικαστήριο της εκ δόλου περιελεύσεως του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματκών οφειλών απαιτείται προβολή από πιστωτή σχετικού ισχυρισμού. Η προβολή αυτή πρέπει να γίνει κατά τρόπο ορισμένο. Η δολιότητα του οφειλέτη δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο χωρίς προβολή τέτοιου ισχυρισμού”.

απορρίπτει την ένσταση δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ως αόριστη αναφέροντας επί λέξει : “…Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, όμως, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι αμφότερες η ως άνω  εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, η οποία είχε κατά το νόμο, το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του δόλου του οφειλέτη, παραλείπει, κατά την προβολή της ενστάσεως τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να αναφέρει: α) το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματα του κατά το χρόνο λήψεως των δανείων, δ) τη μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει, ε) τα έξοδα διαβιώσεως του και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό…”.

Περαιτέρω αναφέρει : “..το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας, κατ’ αποτέλεσμα, ορθά, καθώς, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, η προβληθείσα ένσταση, με το ανωτέρω περιεχόμενο, θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού η ενιστάμενη παρέλειψε να παραθέσει κατά την προβολή της το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που έλαβε ο οφειλέτης , το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές του δυνατότητες κατά το χρόνο αυτό (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε, με βάση τα δεδομένα αυτά, να καταστεί δυνατόν να κριθεί, αν προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο δανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχτηκε το αποτέλεσμα αυτό. Με τους δύο λόγους της κρινόμενης έφεσης, παραπονείται η εκκαλούσα για την απόρριψη της παραπάνω ένστασης, το περιεχόμενο της οποίας επιχειρεί να βελτιώσει με τα παρατιθέμενα στο δικόγραφο της έφεσης στοιχεία. Παρά την επίκληση ορισμένων επίκληση ορισμένων επιπλέον στοιχείων σε σχέση με τα πρωτοδίκως επικληθέντα και πάλι δεν κατέστησε την ένστασή της ορισμένη καθόσον και πάλι δεν παρέθεσε το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που έλαβε ο οφειλέτης, τον χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές του δυνατότητες), κατά τα ανωτέρω.

Την υπόθεση χειρίστηκαν οι Δικηγόροι Αθηνών, Μιχάηλ Ι. Κούβαρης και Αρετή Ν. Περδικομάτη.

8031_2022_Mon.Prvt.Ath