Menu

Απόφαση 221/2022 Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς

Δικηγόρος Αθήνα Μιχάλης Ι. Κούβαρης

Η με αριθμό 221/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (δείτε το πλήρες κείμενο ΕΔΩ) κάνει δεκτή την έφεση, σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας, εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, που είχε απορρίψει, πρωτοδίκως, την αγωγή εντολέως μας, κάνει δεκτή την αγωγή και επιδικάζει αποζημίωση σε βάρος πιστωτικού ιδρύματος για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εκκαλών από παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς αυτών, καθώς και αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της καθυστέρησης στην ικανοποίηση των αιτημάτων του.

“Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας (ΑΠ 345/2017 ο.π.)….Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού (ΕφΚρητ 10/2021, ΤΝΠ Νόμος).

Ειδικότερα στις τραπεζικές συμβάσεις, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη τόσο της θεωρίας όσο και της νομολογίας, ενυπάρχει μία ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην τράπεζα και τον πελάτη, εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης της ενοχής, η οποία επιβάλλει στα συμβαλλόμενα τις υποχρεώσεις που υπαγορεύει κατά περίπτωση η καλή πίστη, σύμφωνα με τη διάταξη της ΑΚ 288. Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, η τράπεζα έχει την υποχρέωση να μεριμνά για την προστασία των συμφερόντων των πελατών της ενεργώντας κατάλληλα, προειδοποιώντας αυτούς σχετικά ή παραλείποντας ενέργειες που μπορούν να βλάψουν τα συμφέροντά τους, ενώ οι τελευταίοι δεσμεύονται από το καθήκον ειλικρίνειας και επιμέλειας (Ψυχομάνης, Τραπεζικό δίκαιο-Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων, Τεύχος Ι, 2008, σελ. 31 επ.).

Κατά τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό πως η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της εκάστοτε τραπεζικής σύμβασης, όπως αυτή καθορίζεται από τους επιμέρους όρους της σύμβασης, αλά διατρέχει το συνολικό φάσμα των τραπεζικών συναλλακτικών σχέσεων.

Από τις συναλλακτικές αυτές σχέσεις μεταξύ των τραπεζών και πελατών δημιουργούνται, πέρα από τις συμβατικές δεσμεύσεις, και παρεπόμενες υποχρεώσεις, οι οποίες εντάσσονται τόσο στο πεδίο προσυμβατικής όσο και στο πεδίο της ενδοσυμβατικής ευθύνης και οι οποίες εξειδικεύουν την αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, επιβάλλοντας μια σχέση αυξημένης προστασίας του ασθενέστερου συμβαλλομένου από τον ισχυρότερο (για τις κατ’ άρθρο 288 ΑΚ παρεπόμενες υποχρεώσεις, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής λειτουργίας της καλής πίστης, βλ. Γεωργιάδη, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2015, 198 επ.). Σύμφωνα με τη νομολογία, αυτό συμβαίνει κυρίως για τους εξής λόγους: α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσης της αυτής, μπορεί να προκύψει υποχρέωση της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παράσχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτη της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό και άρα ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, δεδομένου ότι η τράπεζα γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του πελάτη της, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία. Η θέση αυτή των τραπεζών τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας με τους πελάτες τους και ε)η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της (ΕφΑθ 4617/2012, ΔΕΕ 12/2012, 1165 επ.). Θεμέλιο των παρεπόμενων της σύμβασης υποχρεώσεων αυτών είναι αφενός το γνωσιολογικό και οργανωτικό έλλειμμα των καταναλωτών σε σχέση με την επαγγελματική εξειδίκευση της τράπεζας (Δέλλιος, Γενικοί όροι συναλλαγών, 2013, 220 επ. – ο.π.), αφετέρου η γενικότερη λειτουργία που επιτελούν οι τράπεζες για το σύνολο των πελατών και η ιδιαιτερότητα των υπηρεσιών που παρέχουν, που βασίζονται κυρίως στο στοιχείο της προσδοκίας του πελάτη ότι θα καλυφθεί η οικονομική ανάγκη που θα δημιουργηθεί και της εμπιστοσύνης για μία δίκαιη εξέλιξη της ενοχής. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η θέση της τράπεζας είναι κατά πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της, κατά τη μεταξύ τους συμβατική σχέση, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, διαμορφώνεται μία σχέση ανάμεσα στην τράπεζα και τον καταναλωτή με έντονα εμπιστευτικό χαρακτήρα, με συνέπεια την ανάγκη να διέπεται η ενοχή στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό από την αρχή της καλής πίστης (Γεωργιάδης, 2015, 199 – ο.π.. Για την ευθύνη των τραπεζών ως απόρροια της σχέσης εμπιστοσύνης με τους πελάτες τους βλ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο Ι, 2008, 42 επ. – ο.π., Πιτσιρίκο, Η ευθύνη από εμπιστοσύνη στην έννομη σχέση Τράπεζας-Πελάτη, ΔΕΕ 2012, 442, ΕφΑθ 4617/2012, ΔΕΕ 12/2012, 1165 – ο.π., ΑΠ 1352/2011, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΠΠρΑθ 3789/2015, ΝοΒ 2016, 537).

Στο πλαίσιο της σχέσης εμπιστοσύνης η τράπεζα υπέχει ιδιαίτερες υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων αυτή της καλής εσωτερικής οργάνωσης, ώστε να μη διαψευστεί η εμπιστοσύνη του καταναλωτή και να διασφαλιστούν τα συμφέροντά του. Έτσι, η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην τράπεζα και τον πελάτη επιβάλλει όχι απλά την καλή εσωτερική οργάνωση και την κατάρτιση των τραπεζικών υπαλλήλων κατά τη διενέργεια τραπεζικών εργασιών, στο πλαίσιο της υποχρέωσης της να προστατεύσει τα συμφέροντα του τελευταίου, αλλά και την άσκηση κατάλληλης εποπτείας προκειμένου να αποφευχθεί  πιθανή ζημία του πελάτη, προερχόμενη από πράξεις ή παραλείψεις του προσωπικού (Ψυχομάνης, ο.π., 42 επ.).

Στο άρθρο 5 της ΚΥΑ Ζ1-699/Φεκ –Β-917/2010, προβλέπονται τα κάτωθι:

«Σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής από σύμβαση πίστωσης ή προσφορά σχετική με σύμβαση πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχουν στον καταναλωτή, βάσει των πιστωτικών όρων και προϋποθέσεων που προσφέρει ο πιστωτικός φορέας και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των προτιμήεων που έχει εκφράσει και των πληροφοριών που έχει παράσχει ο καταναλωτής, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη σύγκριση διαφορετικών προσφορών προκειμένου ο καταναλωτής να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται, εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, μέσω των «τυποποιημένων ευρωπαϊκών πληροφοριών καταναλωτικής πίστης» σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παράρτημα Π, το οποίο προσαρτάται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Ο πιστωτικός φορέας θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών της παρούσας παραγράφου και του άρθρου 4α παράγραφος 3 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει, εφόσον έχει παράσχει τις «τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης».

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3, 4 Ν 2251/1994, που ορίζουν ότι «1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπράγματων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής και της ζημίας. 4. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης, που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος», σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία «Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», συνάγεται ότι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία μπορεί να είναι ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική, ανεξαρτήτως προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος, είναι:α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της απόδειξης της έλλειψής της, λαμβάνονται δε σχετικά υπόψη ως κριτήρια η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τις οποίες επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης του παρέχοντος τις υπηρεσίες και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δ) η ζημία και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (ΑΠ 589/2001 ΕΕΝ 69,613, ΕφΠειρ 862/2005 ΔΕΕ 2005,1996). Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν πρόσφορο να επιφέρει και πράγματι επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 394/2002 ΕλλΔνη 2003,419, ΑΠ 274/1999 ΕλλΔνη 1999,1298).

221_2022_ΜΠΠ