Η παρούσα με αριθμό 6293/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δείτε το πλήρες κείμενο ΕΔΩ), δικάζοντος ως Δευτεροβάθμιο, με τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση του ν. 3869/2010 της INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π. που είχε ασκήσει σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας και επικυρώνει την πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που είχε κάνει δεκτή πρωτοδίκως, την αίτηση του εντολέως μας.
Η απόφαση αναλύει το ζήτημα της εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση δευτερεύοντος ακινήτου περιουσιακού στοιχείου :
- Το προαναφερόμενο εμπράγματο δικαίωμα είναι κατ’ αρχάς ρευστοποιήσιμο και το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκποίησή της είναι αναγκαία, καθότι οι μηδενικές καταβολές που ορίσθηκαν στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και οι κατά τα ανωτέρω ορισθεΐσες για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας δεν επαρκούν για την αποπληρωμή των πιστωτών της αιτούσας. Εντούτοις, κρΐνεται ότι αυτό δεν είναι ευχερώς ρευστοποιήσιμο και πρόσφορο προς εκποίηση, κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως ανάλογου ανταλλάγματος. Τούτο δε πρωτίστως ενόψει της παλαιότητάς του, καθότι, ως προαναφέρθηκε, αυτό κατασκευάστηκε προ πενήντα ετών και συγκεκριμένα, το έτος 1977, δευτερευόντως δε και διότι η αιτούσα διαθέτει ποσοστό συγκυριότητας επ’ αυτού, το οποίο, μάλιστα, είναι μικρό, γεγονός που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι αποτρεπτικό για το αγοραστικό κοινό, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που το εν λόγω διαμέρισμα χρησιμοποιείται ως η κύρια κατοικία του αδελφού της αιτούσας, στον οποίο ανήκει και το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας αυτού. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψιν και της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα τα τελευταία χρόνια, ιδίως στο χώρο της αγοραπωλησίας ακινήτων, κρΐνεται αβέβαιο αν θα κινήσει το αγοραστικό ενδιαφέρον το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας ενός διαμερίσματος και δη τέτοιας παλαιότητας και αν θα επιτευχθεί η ρευστοποίησή του. Και ναι μεν, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα, επί πώλησης ιδανικών μεριδίων συγκυριότητας εμφανίζεται συνήθως αγοραστικό ενδιαφέρον από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του επικοίνου, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, τούτο παρίσταται απίθανο εάν ληφθούν υπόψιν τα χαμηλά εισοδήματα του έτερου συγκυρίου του εν θέματι διαμερίσματος και αδελφού της απούσας,………………………………………………………………………… Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και της μικρής σχετικά εμπορικής του αξίας του, που, λαμβανομένων υπόψιν της θέσης του, του εμβαδού του, της παλαιότητάς του και της αντικειμενικής του αξίας- που σύμφωνα με τον ΕΝΦΙΑ του έτους 2020 που προσκομίζει η αιτούσα, ανέρχεται στο ποσό των 33.577,74 ευρώ- αλλά και της χρηματοοικονομικής κρίσης, που διέρχεται η χώρα μας τα τελευταία έτη, που έχει επηρεάσει ουσιωδώς, μεταξύ άλλων, και την εγχώρια κτηματαγορά, εκτιμόται στο ποσό των 45.000 ευρώ περίπου, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι το τυχόν τίμημα που μπορεί να εππευχθεί δεν θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, πολλώ δε μάλλον εάν ληφθούν υπόψιν και τα έξοδα της διαδικασίας εκποίησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με αιττέςτης παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), καθώς άγουν σε ίδιας εμβέλειας διατακτικό και έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εκποίησης του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου της απούσας, δεν προέβη σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά ορθά κατά το αποτέλεσμα έκρινε, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου της κρινόμενης έφεσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου.
Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι έφεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Την υπόθεση χειρίστηκε η Δικηγόρος Αθηνών, Αρετή Ν. Περδικομάτη
